Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυπριακή Διάλεκτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυπριακή Διάλεκτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Απριλίου 2010

Καλοταρία κόπιασε

Φωτογραφία: Πλατεία Αγ. Λαζάρου, Λάρνακα

Ουρανοί πλυμμένοι με του γρόνου τα δακρυκά
Εξαναφάνειν της πέτσας τους η γαλάζςα η ωγρά
Τζςαι μιτά της μεθκιούσιν τα πουλιά
Η βράστη που τα πάντα τυλύει
Tην μήτρα της μάνας αθθυμίζει
Μάσςεται να με αποπλανίσει

Με τα φύλλα μουσικήν το αερούιν παίζει
Καλέσματα θαλάσσης φέρνει
Τα παν δροσίζει
Με το φως το λαζαρίν θέλω να λουστώ
Εις τα παλιά μου καταφύγια να πάω
Γιατί καλοταρίαν γνάζω


Λεξιλόγιον:
λαζαρίν = κίτρινο
καλοταρία = καλοκαίρι
ωγρά = χρώμα
γνάζω = αναπνέω

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Έλα να με έβρεις

Καρτερώ της αυλής μου να μπεις
Καρτερώ της πόρτας μου να μπεις
Καρτερώ της κάμαρης μου να μπεις

Εν ξέρω πούμπου σαι
Εν ξέρω ένταλως είσαι
Εν ξέρω έντα άθθρωπος είσαι

Ποττέ εν εσυνομπλαστήκαμεν κόμα
Ποττέ εν εσυντύχαμεν κόμα
Ποττέ εν αγνωριστήκαμεν κόμα

Ξέρω όμως ότι είσαι το άλλον μου μισόν
Ξέρω ότι μανιχά μιτά σου να μαι θέλω
Ξέρω ότι μανιχά εσέν αληθινά αγαπώ

Γιαυτόν τζςαι καρτερώ της καρκιάς μου να μπεις
Καρτερώ της ψυσςής μου να μπεις
Καρτερώ εις την ζωήν μου να ρτεις

Γιαυτόν μεν καθυστερείς
ΓΙαυτόν μεν αρκείς
Έλα να με έβρεις

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

Ποτάξαρος

Τα πνευμόνια μου ασκώσασιν
Επρωτοανάπνευσα

Η καρκιά μου γιαίμαν εγέμωσεν
Επρωτοεφάτσςησεν

Τα 'μμάθκια μου φως ελουστήκασιν
Επρωτοεία

Η ψυσςή μου πνεύμαν ενέμπλησεν
Επρωτοαισθάνθηκεν

Ο νους μου που λογικήν εφκιόρωσεν
Εστόμωσεν

Ώστι που σε αγνώρισα
Εν το έγνωσα
Ότι ήμουν ποτάξαρος
Ευκαριστώ



Λεξιλόγιον

Ποτάξαρος = νεκρός
Ασκώννω = γεμίζω με αέρα
Νεμπλίζω = γεμίζω
Στομώννω = σταματώ να λειτουργώ
Αγνωρίζω = γνωρίζω
Γνώννω = αντιλαμβάνομαι

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

Εννά μείνεις ο ίδιος;

Αγροικάς το ανακαλητόν;
Αγροικάς τον βριτζςισμόν;
Αγροικάς των ατζςέλων;

Ο θρόνος στέκει τζςενός.
Που τον βασιλεύς ξαφησμένος.
Κονιασμένος τζςαι λινατζςασμένος.

Αγροικάς το κλαμουρκόν;
Αγροικάς τον νεκαλιστόν;
Αγροικάς των προφητών;

Ο ουρανός ξιασμένος.
Σκοτεινός δίχα φως.
Χαώδης τζςαι πόξυλος.

Αγροικάς το πνιουρκόν;
Αγροικάς τον δισπιρκασμόν;
Αγροικάς των αγίων;

Εννά μείνεις ο ίδιος;
Εννά μείνεις λογικός;
Εννά μείνεις άθθρωπος;




Λεξιλόγιον

ανακαλητόν (το) = θρήνος
βριτζςισμός (ο) = γοερός θρήνος
ξαφησμένος = εγκατατελειμμένος
κονιασμένος = σκονισμένος
λινατζςασμένος = αραχνιασμένος
νεκαλιστόν (ο) = θρήνος
πόξυλος = κρύος
πνιουρκόν = κλάμα που σε πνίγει
δισπιρκασμός = απελπισία

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Μετακομίζω

Η νύχτα στεφανώννει σε

Μέστο πισσούριν

Τα δαχτύλια μου εχαθήκασιν


Η ψυσςή μου ποχεί

Μέστων θκυο ουρανών τα γαλάζςα σου

Να βουττήσει


Προσςινώ τα κότσςινα βουνά σου

Που την λαλιά σου τζςαι τες τραουθκιές σου

Ξιστομίζουσιν


Άμμος γρουσαφένη

Το σώμαν σου καλύφκει

Κάστρα μιτά της χτίζω


Του κορμιού σου τες καρκαλίνες

Μιάν μιάν σινάω τες

Λοβάριν να κάμω


Τον χτύπον σου ασκοπώ

Με τον δικόν μου να συνγρονίσω

Την πόρταν σου να αννοίξω


Τζςαι άμμαν το σσωφώς σου έβρω

Πριχού στραωθώ

Τον νήλιον εννά σβήσω


Μετακομίζω

Ειστής ύπαρξης σου τον κόσμον

Χιέλω να ζήσω


Λεξιλόγιον:


Λοβάριν = θησαυρός

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Ελλάς =/= Ελλάδα

Τουλάχιστον ειστά νεοελληνικά η λέξη Ελλάς τζςαι Ελλάδα ένναιν συνώνυμες. Μέγα λάθος οι προσπάθειες της Ελλάδος να παρουσιάζει τον εαυτόν της σγιαν ‘Ελλάς’. Άκρως ρατσιστικόν επίσης. Ένταμπου άρκεψεν να μουρμουρά πάλε ο Κυπριακόφωνος αναρωθκιέσαι.

Ειστήν σύγρονην εποχήν η λέξη Ελλάδα αναφέρεται ειστήν χώραν που βρίσκεται ειστό μεσογειακόν άκρον των Βαλκανίων. Εντούτοις οι συνεθνίτες μας ειστήν Ελλάδαν επιμένουσιν να αποκαλούσιν τους εαυτούς τους ‘Έλληνες’ ενώ χρησιμοποιούσιν την λέξην ‘Ελλάς’ για την χώραν τους τζαι το επίθετον ελληνικός, -η, -ον για να χαρακτηρίσουσιν ότι έσςει να κάμει σχέσην με την χώραν τους.

Έν κοινώς γνωστόν ότι η λέξη ‘Ελλάδα’ επροέκυψεν που την λέξην ‘Ελλάς’, συγκεκριμένις η κατάληξη θηλυκού ‘–α’ επροστέθηκεν ειστήν γενικήν μορφήν της λέξης ‘Ελλάς’ που έν ‘της Ελλάδος’. Άρα ‘της Ελλάδος’ έγινεν ‘η Ελλάδα’. Ωστόσο γιατί ένναιν οι ίθκιες λέξεις;

Κοία εστί η ετυμολογία της λέξης Ελλάς; Γνωρίζεις ένταμπου σημαίνει πραγματικά η λέξη ‘Ελλάς’; Δαμαί έν που φαίνεται το μεγαλείον της ελληνικής γλώσσας.

Η λέξη Ελλάς μπορεί να θκιασπαστεί εις θκυό μέρη. Το ‘Ελ’ τζαι το ‘λας’. Αν εθκιεβάσετε ποττέ τα πρώτα μου ποιήματα η χρήση της λέξης ‘λας’ λαμβάνει χώρα. Η λέξη εδιατηρήθειν ειστά Τζυπραίϊκα τζαι σημαίνει ‘λαός’. Λαός του Ελ; Τι εστί ‘Ελ’;

Η λέξη ‘Ελ’ έχει συγγένεια με την ρίζα ‘Ηλ’ από την οποίαν φκάλλομεν την λέξην ‘Ήλιος’. Η λέξη ‘Ηλ’ αναφέρεται σε κάτι που εκπέμπει Φως ή Ενέργειαν. Η λέξη ‘Ελ’ είναι λέξη που σημαίνει ‘Φως’ αμμά όι για οποιονδήποτε Φως αλλά για το Φως που φκαίννει που το Θείον. Σημείωση ότι η κατάληξη ‘-ελ’ ειστά εβραϊκά προσδίδει καταγωγήν που το Θείον. Βλ. Μιχαέλ, Ραφαέλ κτλ. Ίσως ναν συγγενείς λαοί οι Εβραίοι τζςαι οι Έλληνες(!).

Εν συντομία η λέξη Ελλάς σημαίνει ‘ο Λας εκ Θείου Φωτού’. Άρα η λέξη Ελλάδα αναφέρεται εις την γεογραφικήν τοποθεσίαν ειστήν οποίαν ζςούσιν Έλληνες. Η λέξη Ελλάς αναφέρεται εις το Ελληνικόν Έθνος. Εις ούλλους τους απανταχού γης Έλληνες.

Ειστήν σύγρονην εποχήν τζςαι συγκεκριμένις ειστήν Τζςύπρον έχομεν τες λέξεις Ελλαδίτης, -ισσα, -τικον που έν πέρα για πέρα σωστές τζςαι πρέπει να χρησιμοποιούνται που τους Καλαμαράες αμμά δυστυχώς αγνοά τες η τεράστια πλειοψηφία. Με την εμμονήν να χρησιμοποιούσιν την λέξην Έλληνας, ελληνικός τζςαι Ελλάς αποκλείουσιν ούλλους τους Έλληνες που κατοικούσιν εκτός της σύγχρονης Ελλάδος, για τζςείνους ένναιν Έλληνες.

Οι πρωτινοί Τζςυπραίοι εξέραν την σημασίαν της λέξης Ελλάς εξ ού τζςαι είχασιν την λέξην Καλαμαρκά τζςαι Καλαμαράς (τζςείνος που βουτά για καλαμάρκα που τα οποία φκάλλει το μελάνιν για να γράψει) για τους Ελλαδίτες. Η λέξη Έλληνας αναφερόταν ειστούς πάντες. Έν εύκολον να συμπεραίνεις ότι το Ελληνικόν (πεφωτισμένον) πνεύμαν κόμα ζςει ειστά Τζςυπραίϊκα παρά ειστά Νεοαττικά Ελληνικά.

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Εστράφεις

Φέξη ζεύλιτζςη αναφανίσκει.
Ειστόν μακρινόν ορίζων,
Φέγγει ανάμνηση ξιασμένη.

Γλυτζςάν μουσςάν,
Ειστόν καματερόν έγνασον.
Γλυτζςάν λαλιάν,
Ειστόν παμόν αγροίτζςησον.

Αντατζςα τούντα πράματα αγνώρισα,
Αθθυμήσεις θαφκιούμενης ζωής,
Απουτά τάρταρα εξανάφερα.

Ότι σ'αθθυμίζει,
Ειστόν τάφον έβαλον.
Ότι συσχετίζει,
Ειστόν θάνατον έπεψον.

Τα παλιά αμμά, ούλλα τωρά αξανά,
Σγιάν άβασμαν επεταχτήκαν.
Τα συναισθήματα, τα πονησάμενα.

Αμμά ειστά νεκρά τα σσωστήθκια,
Η λογιτζςή σκέψη ιξανίζει.
Αφούσα μιά καρκιά ξαναφακκά,
Η αάπη ξαναζςεί, γι' σ'ειδεί.



Γλωσσάριν:

ζεύλιτζςη = αδύνατη, αμυδρή
αναφανίσκει = ξεπροβάλει
μουσςά = μυρωδιά
καματερός = άνεμος που φέρνει καταιγίδα
άβκασμαν = πηγή που ξεπετάγεται από το έδαφος
σσωστήθκια = το εσωτερικό μέρος του στήθους/θώρακας
γι' = για

Σημειώσεις:

Όπως τζαι το ποιήμαν ''Μέστην ανεμιτζςήν έσσω πάω'' (12/11/2009) τούτον επίσης χρησιμοποιά την ομοιοκαταληξίαν Ε' όπου οι στοίχοι έχουσιν οριζόντιαν ομοιοκαταληξίαν αμμά τζαι ειστήν αρκήν τζαι τέλος κάθε στοίχου.

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Φωνολογία Τζυπραίϊκων

Σήμερον εις τούντην ανάρτησην εννά έχιελα να εξετάσομεν την φωνολογίαν των Τζυπραίϊκων σγιαν ιδίωμαν. Δηλαδή εννά νεκουτρέψομεν τους ήχους που πλάσκιονται ειστό ελληνικόν ιδίωμαν της Τζύπρου ενώ ταυτοχρόνως εννά το συγκρίνομεν με την ελλαδιτζςήν διάλεκτον των Αττικών ελληνικών.

Τα Τζυπραίϊκα όπως τα Αττικά ελληνικά γρησιμοποιούσιν φυσικά την ίθκιαν αρφαβήταν ωστόσο όσον αφορά τους ήχους που υπάρχουσιν ειστές θκυο θκιαλέκτους έσςει πολλές θκιαφορές. Η πρώτη θκιαφορά που παρατηρόμεν έναι ότι ειστά Αττικά εν προφέρουνται ποττέ τα διπλά σύνφωνα. Δηλαδής το διπλόν 'λ' εις λέξεις όπως το 'αλλά' εν προφέρεται σγιαν 2 λάμντα αμμά σγιαν έναν. Το ίθκιον ισχύει για ούλλα τα διπλά σύνφωνα όπως το 'κκ' (κόκκος), το μμ, σσ, κτλ. Εντούτοις ειστά Τζυπραίϊκα ούλλα τα διπλά σύνφωνα προφέρουνται σγιαν διπλά όπως το σσάζω (σφάζω), αμμά (αλλά), θθ (αθθυμούμαι), κκ (λάκκος) κτλ. Το πλεονέκτημαν έναι ότι ο συντυχιστές των Τζυπραίϊκων πάντα γνωρίζει πότε η λέξη γράφεται με διπλόν σύνφωνον τζαι πότε όι ενώ οι δε των Αττικών πρέπει να μάθουσιν δια μνήμης τες λέξεις που περιέχουσιν διπλά σύνφωνα.

Μια επιπλέον διαφορά εστί η ποικιλία των ήχων. Συγκεκριμένα τα Τζυπραίϊκα έχουσιν 6 σύνφωνα που εν υπάρχουσιν ειστά Αττικά (παρόλου που γράφουνται με συνδυασμούς γραμμάτων). Τούτα έναι:

Σς = Sh πχ. σςύλλος = σκύλος
Ζς = Zh πχ. ζςώ = ζω
Τζς = J πχ. τζςαι = και
Τσς = Ch πχ. τσςεκκάρω = ελέγχω, τσεκάρω
Ξς = Ksh πχ. άξςος = άξιος
Ψς = Psh πχ.ανιψςός = ανιψιός

Επιπρόσθετα τα Τζυπραίϊκα τζαι τα Αττικά προφέρουσιν τα φωνήεν Α, Ε, Η, Ι με τον ίθκιον τρόπον. Παρόλα αυτά υπάρχει μιά ιδιομορφία με το φωνήεν του Υψιλον. Πούμπου εστί η διαφορά; Ειστά Αττικά ελληνικά πάντα προφέρεται όπως τζαι το Ι τζαι το Η. Εντούτοις ειστήν αρχαιότηταν το Υψιλον επροφέρετουν σγιαν το σημερινόν 'ΟΥ'. Με τον Ιωττακισμόν τα Ι, Η, Υ εκαταλήξασιν να προφέρουνται με τον ακριβώς ίθκιον τρόπον. Δηλαδή σγιάν Ιώτα.

Ειστά Τζυπραίϊκα ωστόσο, εξόν που ότι εθκιατηρηχήκασιν πολλές αρχαίες λέξεις, περίτου που τα Αττικά, εθκιατηρήθηκεν τζαι η προφορά του Υψιλον σγιαν 'ΟΥ' εις πολλές λέξεις. Μετά που έρευναν επροκύψασιν οι ακόλουθες (προσέξετε ότι όπου έσςει Ύψιλον):

Τζυπραίϊκα (νόημα) -> Ελληνικά (ορθογραφικώς)

Άγκουρα -> Άγκυρα
Αντζςουλής (ασυνάρτητος) -> αρχ. αγκύλος
Βουθός -> Βυθός
Γιούπας -> Γύπας
Γιούφτης -> γύφτος
Δουκάνη (δοκάνη) -> αρχ. τυκάνη
Εσού -> Εσύ
Καμμούμενος (κλειστός) -> αρχ. καμμύω
Κατσούφλης -> κακοτύφλης
Κούλλας (κουτσός) -> αρχ. κυλλός
Κουλούμπρα (γογγυλοκράμβη) -> αρχ. Κόρυμβος*
Κουλούτζςιν -> αρχ. σκυλάξ
Κούνος (οκνηρός) -> αρχ. κύων
Κουρέλλιν (στενόλαιμο πήλινο αγγείο) -> αρχ. κυρίλλιον
Κούρταλλος/κούρτελλος (υπέργηρος) -> αρχ. κυρτός
Κουτάλα (βραχίωνας) -> αρχ. σκυτάλη
Μιτσούλλικος (μικρούλλης) -> αρχ. μικκύλος
Μούγια -> μύγα
Μουλλός -> αρχ. μυλλός
Μουρμούτζιν -> μυρμήγκι
Μούρμουρος (γκρινιάρης) -> αρχ. μορμύρω
Μουστρί -> μυστρί
Μούτη (επαφή) -> αρχ. μύτις
Μούττη -> μύτη
Ξςουράφιν/ξςουρίζω/ξςούτης (ψεύτης)/ξςούρος (ψυχρός άνεμος) -> ξυρίζω
Σουρία -> Συρία
Στρούππα/στρούππη -> τρύπα
Τούμπαλον -> τύμπανο
Τσουνάριν (τσιγκέλι) -> αρχ. κυνάριον
Τσούννα (είδος εξανθήματος) -> αρχ. τύλη
Τσούρος (τράγος) -> αρχ. τίτυρος
Ττουμπαρίσκω -> αρχ. τύμβη *
Γρουσός -> χρυσός
Ψςουψςουρίζω -> ψυθιρίζω


Ειστό σύνολον θωρόμεν ότι ειστά Τζυπραίϊκα 34 λέξεις που έχουσιν το Ύψιλον ειστήν ρίζαν τους διατηρήσασιν την αρχαίαν προφοράν του Ύψιλον σγιαν 'ΟΥ'.

Αμμά έσςει κάτι κόμα. Οι λέξεις για τα 'κόρυμβος' τζαι 'τύμβη' έχουσιν μιάν ιδιαιτερότηταν. Εν εδιατηρήθειν μανιχά το Ύψιλον σγιαν 'ΟΥ'. Το Β , που ικάζεται ότι ειστήν αρχαιότηταν επροφέρετουν σγιάν 'ΜΠ', εδιατηρήθειν εις τούντες 2 λέξεις σγιαν 'ΜΠ'! Ττουμπαρίσκω τζαι Κουλούμπρα.

Τέλος έσςει κόμα μιάν λέξην που αξίζει να ούμεν. Η λέξη 'κάττος', αττικιστί 'γάτος'. Σύνφωνα με ετυμολογικά λεξικά η ρίζα της λέξης αποδίδεται ειστό Λατινικόν 'catt' που μάλλον επροέκυψεν που αρχαίαν αιγυπτιατζςήν λέξην. Εντούτοις χιέλω να υποδείξω ότι τούτη η ερμηνεία εστί λάθος. Η αρχαία αιγυπτιατζςή λέξη για την λέξη γάτος/-α έν 'μιού' ή 'μάου' που είναι ηχομίμηση. Δηλαδής ονομάσαν την κάτταν σύνφωνα με τον ήχον που έφκαλλεν σγιαν κτηνόν.

Άρα μένομεν με το αρώτημαν. Πκοιά εστί η ρίζα της λέξης 'κάττος'; Μέμπα τζαι έν που την αραπιτζςήν λέξην qitta; Ίσως. Εξίσου πιθανή εν τζαι η 2η μου ερμηνεία που υποθέτει ότι η λέξη γάτος έν όντως ελληνιτζςή. Το Γ ειστά αρχαία επροφέρετουν σγιαν 'ΓΚ' άρα αντί γάτος -> γκάτος. Ειστά Τζυπραίϊκα προφανώς αντί το αρχαίον Γ να γινεί το σημερινόν Γ εγίνειν Κ τζαι ο τραχύς ήχος του ΓΚ εμεταφέρθηκεν ειστό Τ. Άρα 'κάττος'. Όσον αφορά την καταγωγήν της λέξης έν δύσκολον να πεις. Εν ξέρομεν αν τα Ετεοτζυπραίϊκα ήσαν γλώσσα Σεμιτιτζή που σημαίνει ότι έσςει την ίθκιαν ρίζαν με την αράπιτζην (σεμιτιτζςή γλώσσα) ή αν ήσαν ελληνιτζή. Σημείωση όμως ότι ειστήν Τζύπρον μας υπάρχει ο αρχαιόττερος τάφος κάττας ειστόν κόσμον...! Άρα έν πιθανόν η λέξη για την κάτταν να ναι τοπιτζής παραγωγής.

Έν ξεκάθαρον εις κάθε γλωσσολόγον ότι τα Τζυπραίϊκα προσφέρουσιν έναν πιο πλούσιον φάσμαν ήχων σγιάν ιδίωμαν που την αττιτζήν τζαι άρα εξοπλίζουσιν τον συντυχιστήν της με την ικανότηταν να μιλά εις ξένες γλώσσες με περίτου ακρίβειαν. Πχ. Αντίς το she να προφέρεται σγιαν σι όπως προφέρεται που αρκετούς Καλαμαράες προφέρεται σωστά σγιαν σςι που τους Τζυπραίους. Εν τέλη η Τζυπραίϊτζη έσςει δείξει όι μανιχά ότι ένι λαλιά με αρχαϊσμούς αμμά ότι εστί λαλιά αρχαία.

Το αν πρέπει να την μαθαίννομεν τζαι να την διατηρόμεν ένναιν θέμαν προς συζήτησην αμμά θέμαν προς άμεσην εφαρμογήν.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

Που του Μορφέα την αγγάλην

Μέστο μπάνιον απλώθω
Δίχα δύναμην να ταράξω
Δίχα την χιέλησην να συντύχω

Ο νους μου μουθκιασμένος
Μέστο δακρυκόν τζαι το γιαίμαν μουλιασμένος
Που την πραγματικότηταν, τον γρόνον δερμένος

Η βρύση αννοιχτή
Αμμά ούτε μια σταξςά τρέσςει
Τον πόνον νάκκον να νερώσει


Το νερόν αχνίζει
Η ορπία μιτά του φεύκει
Το ρυόν ώστα κόκκαλα μου φτάννει


Με καρκιάν φλοϊσμένην
Τζαι με ψυσςήν σςισμένην
Γύσκολον να φύεις που του Μορφέα την αγγάλην

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009

Καλήν Πρωτογρονιάν

Η αντίστροφη μέτρηση
Όπου να σαι αρκεύκει

10...
Πότε επέρασεν ένας γρόνος; εμέν αρωτώ
Έντα γλήορα περνά ο γρόνος, δκιαπιστώννω

9...
Τα πράματα που εν έκαμα φέτη
Πομπρός μου περνούσιν σγιαν αστραπή

8...
Τες καλές τζαι τες κατζές στιμμές
Μιάν μιάν ξαναζςώ τες

7...
Ο γρόνος ήτουν καλός γιά κακός;
Σημαντικόττερον, έμεινεν ανεκμετάλλευτος;

6...
Πως όι, μάχουμαι να πιστώ
Για να μεν μαραζώσω

5...
Γυρών γυρών θωρώ
Το δικολόιν πεισκάζω*

4...
Για τζείνους πουν δαμαί καλοκαρτίζω*
Για τζείνους που λύπουν μακκουφκιάζω*

3...
Για έναν αριθμόν που εννά αλλάξομεν
Το νόημαν προπολλού το εχάσαμεν

2...
Οι τζαινούρκες αρκές
Εν χιέλουσιν ημερομηνίες

1...
Για να βελτιωθούμεν τζαι να ευτυσςίσομεν
Απόφαν* μανιχά πρέπει να πάρομεν

Καλήν Γρονιάν.



Γλωσσάριν:

πεισκάζω = παίρνω παρουσίες
καλοκαρτίζω = χαίρομαι
μακκουφκιάζω = λυπάμαι
απόφα = απόφαση

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Πούμπου επήεν το καράβιν;

Μέστο καθηστικόν κάθουμαι
Την πατανίαν μου τυλίουμαι
Το δέντρον θωρώ τζαι σκέφτουμαι
Πούμπου επήεν το καράβιν;

Τα φωτούθκια αναυκοσβήννουσιν
Σγιάν τες ψυσςές που φεύκουσιν
Που άδικα εις τον άλλον τον κόσμον εβρεθήκασιν
Πούμπου επήεν το καράβιν;

Ατζέλλοι που τα κλωννιά κρέμμουσιν
Σγιάν δια απαγχονισμού να εκτελεστήκασιν
Το άστρον με την ελλατόμουττιν σγιάν να εσουβλήστειν
Πούμπου επήεν το καράβιν;

Ομπρός μου έναν δεντρόν στέκει
Η μυρώνια του ποκλονίζει σγοιόν ξεψυσςεί
Μιά κορτέλλα γρουσή σγιαν το σάβανον τυλιμένη
Τζαι αναρωθκιούμαι, πούμπου επήεν το καράβιν;
(Καλά Γέννα)

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

Γλυκοπικρία

Έναν όραμαν πασαμιάν νύχταν
Τον ύπνον μου στοισςώνει
Φακκώ γυρούς πάστην καρκόλαν
Το δρώμαν πάστο μετώπιν μου στεχνώνει

Θωρώ πως σε βρίσκω ομπρός μου μέστην στράταν
Που την έκπληξην μεινίσκω χάσκοστα
Σάννα εκατάπκια την δικτζςην μου γλώσσαν
Αλλά ‘ώρα καλη’ λαλείς μου γελαστά

Τζςαι την ευκαιρίαν πκιάννω πριν μου φύει
Πάεις που δίπλα μου να παρπατήεις
Αμμά πριν περάεις πκιάννω σε που το σςέριν
Αρωθκιέσαι τζςαι μέστα μάθκια εμέν θωρείς

Έχω πολλά πράματα να σου πώ
Καταλάβεις το που το ύφος μου
Τζςαι εν ιξέρω πόθεν να αρκέψω
Αρωτάς ‘Έσςει τίποτες φίλε μου;’

Το πρόσωπον που χαμαί σηκώνω
Αντζςακκις τα δακρυκά τρέχουσιν
Την αάπην μου για λόου σου μολοώ
Τα λόγια που το στόμαν ξεσςειλούσιν

‘Που τον τζ’αιρόν που σε επρωτοεία
Μιτά σου παράφορα ερωτεύτηκα
Είσαι μέστην σκέψην μου νύχταν ημέραν
Βαθκιά έχω σε μέστην καρκιάν

Αμμά πκιόν μακρά σου εν κάμνω
Αφούσον καρκιοφλοΐζουμαι
Εν πάει άλλον να μουλλώνω
Χιέλω μιτά σου πάντα να μαι’

Βάλεις με σφιχτά μέστα αγκάλια
Τζςαι τα σςείλια μας συνομπλάζουνται
Χαϊδέυκεις μου μαλαχτά τα μαλιά
Τζςαι οι ψυσςές επιτέλους ενώνουνται

Μέστο καντόυνιν των καλογριών
Γνάζωντας τες μυρουθκιές της Άνοιξης
Που κάτω της φεντζςάς των αστερκών
‘Ααπώ σε τζςεγιώ’ μμονείς

Αμμά πριχού η χαρά μου άβκασμαν γινεί
Που του πορνού το φώς ξυπνώ
Το κάγιασμαν μου ποττέ έθεννα σβηστεί
Με την γλυκoπικριάν του οραμάτου εννά μείνω

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2009

Μέστην ανεμιτζςήν έσσω πάω

Παρπατώ, έσσω πάω
Η σύγραση κοντεύκει
Παραλαλώ, λιοψυχώ
Η καματερή ρκεύκει

Πομακράς πρωτογκάς
Βροσςή μουσμουτεύκει
Πομονομιάς ξςούρας
Βροντεί, προαλεύκει

Ανόρπιστα μαυκάτα, πασςά κόρδα
Σγιαν μιλλοψιχάθκιασμαν ν'αντακώσαν
Άξυππα αδροκουλουπκιά δκιασσςιστά
Σγιαν καρτάταν νεροφεσςάν ν'εστρώσαν

Παλιώννω ν'αναγκανιαστώ
Μέστην ανεμιτζςήν
Το έσσω σκοπώ, πεθυμώ
Μέστ'ανεμοβρόσςιν

Ποστέκω, πογίρνω
Βαρταλάμια τα κλαματοβρόσςα
Ποκάμνω, ποππέφτω
Βαρυκοπά κόμα ηα 'ντάρα

Αναειρμέ τζςαι λόσσςε στομώστε!
Σσώπονε ξαπόλεισμε τζςαι ξαφήννουμαι!
Αντρατζςαί τζςαι άνεμε κρολοηθείτε!
Σωτήρκασμε, έσσωθκιε πάρμε άτζςελε!

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Πονησάμενον

Μέστης δυστυσςάς το πισσουρκόν
Για γρόνια αμέτρητα δίχα παμόν
Δίχα να ήξερα αν έσςει πατόν

Τζςικάτω που ούτε ο θκιάολος θωρεί
Το ρυόν εγίνειν γλυκoβραστή
Αμμά επιτέλους ήβρα αναπαή

Εν τέλη εκατάλαβα ίνταμπου έπρεπεν να κάμω
Του φου την φέξην που τον νουν μου να φκάλω
Μέστες αγκάλες μου τα τάρτακα να βάλω

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009

Μεν Ξαρκάς Φύε

Μεν ξαρκάς φύε
Εμέν άεις με δαμαί

Πίσω σου με δικλήεις
Που την ζωήν μου να ξηπορτήεις
Για εμέν μεν ξανασκοπήεις
Για λόου μου μεν ξαναρωτήεις

Τα φιλγιά σου που το σώμαν μου πλυνίσκω
Τες πατημαθκιές σου σαρίζω
Την νοσιάν σου σφοντζιίζω
Την μυρωθκιάν σου ποξανίσκω

Μιά αττύμηση να μείνει
Μέστο αττυμυτικόν μου να θαφτεί
Γιατί την ψυσιήν μου έκαμες να πονεί.
Τζιαι την καρκιάν μου να γιαμοροεί

Μεν ξαρκάς φύε
Εμέν άεις με δαμαί