Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυπριακή Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυπριακή Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2010

Χασιμιός

Πούμπου μαι;
Που εβρέθειν τόσος κόσμος;
Πούμπου μαι;
Χασιμιός μέστο πλήθος.

Ο νήλιος ακριβώς που πανωθκιόν
Αλλά την βράστην του εν νώθω
Ο νους μου φακκά γυρόν
Φυσά αέρας αλλά εν τον γνάζω

Πούμπου μαι;
Ο κόσμος στέκει μουλλωχτός.
Πούμπου μαι;
Εμέναν θωρεί μεταχχωλιασμένος.

Πατώ χώμαν σγαμμένον
Ένας σταυρός ομπρός μου
Γιατί τζιπανωθκιόν
Γράφει το όνομαν μου;

Τρίτη 25 Μαΐου 2010

Μόλυνσις

Εις το γιαίμαν μου εισέβαλες
Μέστα κύτταρα μου επόκατσες
Ραγδαία βρυμιθκιάζεσαι
Επικίνδυνα εξαπλώννεσαι

Το γιαίμαν μου χοχλάζει
Θέλει να σε σκοτώσει
Τζςαι εσού κόμα σώννεις
Με τον πόνον μου ευημερείς

Τον εγκέφαλον μου πολιορκείς
Το σώμαν μου αχαμνίζεις
Την καρκιάν μου έβαλες εις τ'αμμάτιν
Να μεν της αήκεις κομμάτιν

Οπτασίες δκιάς μου
Παίζεις με τα λογικά μου
Την γλώσσαν μου κόμπους έδηες
Την θέλησην μου λάκκους εγέμωσες

Οι φλέβες μου ενημπλίσαν σηψαιμίαν
Η καρκιά μου ακατάσχετην αιμορραγίαν
Η ψυσςή μου σπάζει τους αλύσους της
Η ζωή μου χάννει την δύναμην της

Τωρά που με σκοτώννεις
Απολαμβάνεις το;
Μιτά μου εννά πάεις
Εκαταλάβες το;

Λεξιλόγιον
βρυμιθκιάζουμαι = πολλαπλασιάζουμαι
αχαμνίζω = αντέχω
νημπλίζω = γεμίζω

Τρίτη 20 Απριλίου 2010

Καλοταρία κόπιασε

Φωτογραφία: Πλατεία Αγ. Λαζάρου, Λάρνακα

Ουρανοί πλυμμένοι με του γρόνου τα δακρυκά
Εξαναφάνειν της πέτσας τους η γαλάζςα η ωγρά
Τζςαι μιτά της μεθκιούσιν τα πουλιά
Η βράστη που τα πάντα τυλύει
Tην μήτρα της μάνας αθθυμίζει
Μάσςεται να με αποπλανίσει

Με τα φύλλα μουσικήν το αερούιν παίζει
Καλέσματα θαλάσσης φέρνει
Τα παν δροσίζει
Με το φως το λαζαρίν θέλω να λουστώ
Εις τα παλιά μου καταφύγια να πάω
Γιατί καλοταρίαν γνάζω


Λεξιλόγιον:
λαζαρίν = κίτρινο
καλοταρία = καλοκαίρι
ωγρά = χρώμα
γνάζω = αναπνέω

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Έλα να με έβρεις

Καρτερώ της αυλής μου να μπεις
Καρτερώ της πόρτας μου να μπεις
Καρτερώ της κάμαρης μου να μπεις

Εν ξέρω πούμπου σαι
Εν ξέρω ένταλως είσαι
Εν ξέρω έντα άθθρωπος είσαι

Ποττέ εν εσυνομπλαστήκαμεν κόμα
Ποττέ εν εσυντύχαμεν κόμα
Ποττέ εν αγνωριστήκαμεν κόμα

Ξέρω όμως ότι είσαι το άλλον μου μισόν
Ξέρω ότι μανιχά μιτά σου να μαι θέλω
Ξέρω ότι μανιχά εσέν αληθινά αγαπώ

Γιαυτόν τζςαι καρτερώ της καρκιάς μου να μπεις
Καρτερώ της ψυσςής μου να μπεις
Καρτερώ εις την ζωήν μου να ρτεις

Γιαυτόν μεν καθυστερείς
ΓΙαυτόν μεν αρκείς
Έλα να με έβρεις

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

Ποτάξαρος

Τα πνευμόνια μου ασκώσασιν
Επρωτοανάπνευσα

Η καρκιά μου γιαίμαν εγέμωσεν
Επρωτοεφάτσςησεν

Τα 'μμάθκια μου φως ελουστήκασιν
Επρωτοεία

Η ψυσςή μου πνεύμαν ενέμπλησεν
Επρωτοαισθάνθηκεν

Ο νους μου που λογικήν εφκιόρωσεν
Εστόμωσεν

Ώστι που σε αγνώρισα
Εν το έγνωσα
Ότι ήμουν ποτάξαρος
Ευκαριστώ



Λεξιλόγιον

Ποτάξαρος = νεκρός
Ασκώννω = γεμίζω με αέρα
Νεμπλίζω = γεμίζω
Στομώννω = σταματώ να λειτουργώ
Αγνωρίζω = γνωρίζω
Γνώννω = αντιλαμβάνομαι

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

Εννά μείνεις ο ίδιος;

Αγροικάς το ανακαλητόν;
Αγροικάς τον βριτζςισμόν;
Αγροικάς των ατζςέλων;

Ο θρόνος στέκει τζςενός.
Που τον βασιλεύς ξαφησμένος.
Κονιασμένος τζςαι λινατζςασμένος.

Αγροικάς το κλαμουρκόν;
Αγροικάς τον νεκαλιστόν;
Αγροικάς των προφητών;

Ο ουρανός ξιασμένος.
Σκοτεινός δίχα φως.
Χαώδης τζςαι πόξυλος.

Αγροικάς το πνιουρκόν;
Αγροικάς τον δισπιρκασμόν;
Αγροικάς των αγίων;

Εννά μείνεις ο ίδιος;
Εννά μείνεις λογικός;
Εννά μείνεις άθθρωπος;




Λεξιλόγιον

ανακαλητόν (το) = θρήνος
βριτζςισμός (ο) = γοερός θρήνος
ξαφησμένος = εγκατατελειμμένος
κονιασμένος = σκονισμένος
λινατζςασμένος = αραχνιασμένος
νεκαλιστόν (ο) = θρήνος
πόξυλος = κρύος
πνιουρκόν = κλάμα που σε πνίγει
δισπιρκασμός = απελπισία

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Μετακομίζω

Η νύχτα στεφανώννει σε

Μέστο πισσούριν

Τα δαχτύλια μου εχαθήκασιν


Η ψυσςή μου ποχεί

Μέστων θκυο ουρανών τα γαλάζςα σου

Να βουττήσει


Προσςινώ τα κότσςινα βουνά σου

Που την λαλιά σου τζςαι τες τραουθκιές σου

Ξιστομίζουσιν


Άμμος γρουσαφένη

Το σώμαν σου καλύφκει

Κάστρα μιτά της χτίζω


Του κορμιού σου τες καρκαλίνες

Μιάν μιάν σινάω τες

Λοβάριν να κάμω


Τον χτύπον σου ασκοπώ

Με τον δικόν μου να συνγρονίσω

Την πόρταν σου να αννοίξω


Τζςαι άμμαν το σσωφώς σου έβρω

Πριχού στραωθώ

Τον νήλιον εννά σβήσω


Μετακομίζω

Ειστής ύπαρξης σου τον κόσμον

Χιέλω να ζήσω


Λεξιλόγιον:


Λοβάριν = θησαυρός

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Εστράφεις

Φέξη ζεύλιτζςη αναφανίσκει.
Ειστόν μακρινόν ορίζων,
Φέγγει ανάμνηση ξιασμένη.

Γλυτζςάν μουσςάν,
Ειστόν καματερόν έγνασον.
Γλυτζςάν λαλιάν,
Ειστόν παμόν αγροίτζςησον.

Αντατζςα τούντα πράματα αγνώρισα,
Αθθυμήσεις θαφκιούμενης ζωής,
Απουτά τάρταρα εξανάφερα.

Ότι σ'αθθυμίζει,
Ειστόν τάφον έβαλον.
Ότι συσχετίζει,
Ειστόν θάνατον έπεψον.

Τα παλιά αμμά, ούλλα τωρά αξανά,
Σγιάν άβασμαν επεταχτήκαν.
Τα συναισθήματα, τα πονησάμενα.

Αμμά ειστά νεκρά τα σσωστήθκια,
Η λογιτζςή σκέψη ιξανίζει.
Αφούσα μιά καρκιά ξαναφακκά,
Η αάπη ξαναζςεί, γι' σ'ειδεί.



Γλωσσάριν:

ζεύλιτζςη = αδύνατη, αμυδρή
αναφανίσκει = ξεπροβάλει
μουσςά = μυρωδιά
καματερός = άνεμος που φέρνει καταιγίδα
άβκασμαν = πηγή που ξεπετάγεται από το έδαφος
σσωστήθκια = το εσωτερικό μέρος του στήθους/θώρακας
γι' = για

Σημειώσεις:

Όπως τζαι το ποιήμαν ''Μέστην ανεμιτζςήν έσσω πάω'' (12/11/2009) τούτον επίσης χρησιμοποιά την ομοιοκαταληξίαν Ε' όπου οι στοίχοι έχουσιν οριζόντιαν ομοιοκαταληξίαν αμμά τζαι ειστήν αρκήν τζαι τέλος κάθε στοίχου.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

Που του Μορφέα την αγγάλην

Μέστο μπάνιον απλώθω
Δίχα δύναμην να ταράξω
Δίχα την χιέλησην να συντύχω

Ο νους μου μουθκιασμένος
Μέστο δακρυκόν τζαι το γιαίμαν μουλιασμένος
Που την πραγματικότηταν, τον γρόνον δερμένος

Η βρύση αννοιχτή
Αμμά ούτε μια σταξςά τρέσςει
Τον πόνον νάκκον να νερώσει


Το νερόν αχνίζει
Η ορπία μιτά του φεύκει
Το ρυόν ώστα κόκκαλα μου φτάννει


Με καρκιάν φλοϊσμένην
Τζαι με ψυσςήν σςισμένην
Γύσκολον να φύεις που του Μορφέα την αγγάλην

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009

Καλήν Πρωτογρονιάν

Η αντίστροφη μέτρηση
Όπου να σαι αρκεύκει

10...
Πότε επέρασεν ένας γρόνος; εμέν αρωτώ
Έντα γλήορα περνά ο γρόνος, δκιαπιστώννω

9...
Τα πράματα που εν έκαμα φέτη
Πομπρός μου περνούσιν σγιαν αστραπή

8...
Τες καλές τζαι τες κατζές στιμμές
Μιάν μιάν ξαναζςώ τες

7...
Ο γρόνος ήτουν καλός γιά κακός;
Σημαντικόττερον, έμεινεν ανεκμετάλλευτος;

6...
Πως όι, μάχουμαι να πιστώ
Για να μεν μαραζώσω

5...
Γυρών γυρών θωρώ
Το δικολόιν πεισκάζω*

4...
Για τζείνους πουν δαμαί καλοκαρτίζω*
Για τζείνους που λύπουν μακκουφκιάζω*

3...
Για έναν αριθμόν που εννά αλλάξομεν
Το νόημαν προπολλού το εχάσαμεν

2...
Οι τζαινούρκες αρκές
Εν χιέλουσιν ημερομηνίες

1...
Για να βελτιωθούμεν τζαι να ευτυσςίσομεν
Απόφαν* μανιχά πρέπει να πάρομεν

Καλήν Γρονιάν.



Γλωσσάριν:

πεισκάζω = παίρνω παρουσίες
καλοκαρτίζω = χαίρομαι
μακκουφκιάζω = λυπάμαι
απόφα = απόφαση

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Πούμπου επήεν το καράβιν;

Μέστο καθηστικόν κάθουμαι
Την πατανίαν μου τυλίουμαι
Το δέντρον θωρώ τζαι σκέφτουμαι
Πούμπου επήεν το καράβιν;

Τα φωτούθκια αναυκοσβήννουσιν
Σγιάν τες ψυσςές που φεύκουσιν
Που άδικα εις τον άλλον τον κόσμον εβρεθήκασιν
Πούμπου επήεν το καράβιν;

Ατζέλλοι που τα κλωννιά κρέμμουσιν
Σγιάν δια απαγχονισμού να εκτελεστήκασιν
Το άστρον με την ελλατόμουττιν σγιάν να εσουβλήστειν
Πούμπου επήεν το καράβιν;

Ομπρός μου έναν δεντρόν στέκει
Η μυρώνια του ποκλονίζει σγοιόν ξεψυσςεί
Μιά κορτέλλα γρουσή σγιαν το σάβανον τυλιμένη
Τζαι αναρωθκιούμαι, πούμπου επήεν το καράβιν;
(Καλά Γέννα)

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

Αήννω σε μανιχόν σου

Η ημέρα που πάντα αφέρπιζες
Τζείνη η ώρα που κρυφά έτρεμες
Η στιμή που σου θκιούσεν εφιάλτες

Την πόρταν του σπιθκιού σου εφάτσςηεν
Ποκλείωτην τζαι ορθάννοιχτην την ήβρεν
Του κατωφλιού έμπειν, έσσω επέραεν

Κλαίεις τζαι οδύρεσαι
Για το τέλος παουρίζεις, σςυλλοφοάσαι
Γιατί η πίστη τζαι η γύναμη σου αήκαν σε

Τα όπλα εν σώννεις να τα σηκώεις
Τα πόθκια σου ούτε να τα κωλοσύρεις
Τον νουν σου εν ιμπορείς να τον κουμαντάρεις

Εμέν μεν με ασκοπάς
Για να σου τανύω μεν με παρακαλάς
Το σςέριν μου ξαπόλα μεν βαστάς

Εγιώ φεύκω, αήννω σε μανιχόν σου
Μεν αγκρίζεσαι, μεν με έσςεις ειστό άχτιν σου
Ούλλοι είχαμεν την τύσςην του λόου σου

Ποσςαιρετώ σε άντζακκις που σε λυπούμαι
Καλήν αντάμωσην μας εύκουμαι
Για λόου σου εννά προσεύκουμαι

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2009

Μέστην ανεμιτζςήν έσσω πάω

Παρπατώ, έσσω πάω
Η σύγραση κοντεύκει
Παραλαλώ, λιοψυχώ
Η καματερή ρκεύκει

Πομακράς πρωτογκάς
Βροσςή μουσμουτεύκει
Πομονομιάς ξςούρας
Βροντεί, προαλεύκει

Ανόρπιστα μαυκάτα, πασςά κόρδα
Σγιαν μιλλοψιχάθκιασμαν ν'αντακώσαν
Άξυππα αδροκουλουπκιά δκιασσςιστά
Σγιαν καρτάταν νεροφεσςάν ν'εστρώσαν

Παλιώννω ν'αναγκανιαστώ
Μέστην ανεμιτζςήν
Το έσσω σκοπώ, πεθυμώ
Μέστ'ανεμοβρόσςιν

Ποστέκω, πογίρνω
Βαρταλάμια τα κλαματοβρόσςα
Ποκάμνω, ποππέφτω
Βαρυκοπά κόμα ηα 'ντάρα

Αναειρμέ τζςαι λόσσςε στομώστε!
Σσώπονε ξαπόλεισμε τζςαι ξαφήννουμαι!
Αντρατζςαί τζςαι άνεμε κρολοηθείτε!
Σωτήρκασμε, έσσωθκιε πάρμε άτζςελε!

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Πονησάμενον

Μέστης δυστυσςάς το πισσουρκόν
Για γρόνια αμέτρητα δίχα παμόν
Δίχα να ήξερα αν έσςει πατόν

Τζςικάτω που ούτε ο θκιάολος θωρεί
Το ρυόν εγίνειν γλυκoβραστή
Αμμά επιτέλους ήβρα αναπαή

Εν τέλη εκατάλαβα ίνταμπου έπρεπεν να κάμω
Του φου την φέξην που τον νουν μου να φκάλω
Μέστες αγκάλες μου τα τάρτακα να βάλω

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

Ερωτεμμένος

Μπορεί να μεν είμαι εχούμενος
Αμμά μιτά σου είμαι ερωτεμμένος
Ούλλα που ποχείς χιέλω να σου τα δώκω
Το πλευρόν σου ποττέ έθεννα αηκώ

Η ευτυσςά σου η γνάση μου
Το καρκιοφάτσςιμαν σου η μουσιτζςή μου
Μακρά σου, νύχτες δίχα το φεγγάριν
Χώρκα σου, μέρες δίχα το νηλιοφέτζςιν

Νερόν τζςαι φας ασσαίν να μεν ξαναμπουκκωχώ
Ώστι ειστά αγγάλια σου να ξαναβρεχώ
Μπορεί να μεν είμαι ο τέλειος
Αμμά μιτά σου είμαι ερωτεμμένος

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2009

Φαλατζςισμένος

Κολλημένες οι παΐες μου πάστα πνευμόνια μου
Τα σςέρκα μου πό ‘ναν τόνον σίερα
Τα σςείλη μου πό νάκρης ραμμένα

Η τζςεφαλή μου ένι δημμένη πάσε ρότσους
Τα πόθκια μου σκαμμένα μες το χώμαν
Τα μάθκια μου κρουσμένα που τσιάρα

Άμμαν κουτσςίν ένι ιμπορώ να ταράξω
Ψύχιρον έν ιμπορώ να φωνάξω
Τζςαι εν ιμπορώ να αναπνέσσω

Αφούσον ο Χεός εν χιέλει να με ακούσει
Πκοιός εννά ρτει να μου τανήει;
Πκοιός εννά ρτει να με σώει;

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2009

Καλονυχτίζοντα ορόματα

Πάστην ψηλήν την μονήν
Μέστην έναστρην την νυχτήν
Πάστα μαλαχτά σεντόνια απλώνοντα
Μένον γλυτζιόν κρύον αέρειον
Να φυσά αρκητά, μουλωχτά, δρουσερά

Την βράστην την θερινήν
Σβήζει, πνάζει τζι καλάρει
Την σσωκάψην αμμήν αήννειτην
Σκέφτομαι τζαι συλλοούμαι πελλάραι
Εσέναν εμέναν τζιαν συνοπλασκιούμασταν

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2009

Είς τα πέρα

Ταξιέφκω είς τα πέρα
Πόσσω μου πολλά μακρά
Να ώ άλλον κόσμον ξένον
Τζιαι κάχετις παράξενον

Τον νουν μου να πλαθκιάνω
Την γνώση μου να πολλίνω
Την ζωήν μου να πλουμήω
Τζιαινούρκες εμπειρίες να σωρέψω

Αμμά ούλλη η σκέψη μου
Πισωθκιόν εις την νήσον μου
Καχε λεπτόν εννά πιέννει
Ζαττίν η ψυσιή μου τζιιαμαί εννά μείνει

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2009

Γιαλλουρέτικον Καταφύιν

Εσού γλυτζιά μου γιαλουρού
Χάλασσα με τα ίλαρα νερά
Τζιαι τα σμαραχτένια σου μαλλιά

Που την ειδίαν που κάτω
Ήρτα νάκκον να σε ώ
Την δροσιάν σου να χαρώ

Κατωθκιόν σιρταρισμένη η άμμος σου
Σγιαν την βουβήν την ερημούσην
Οι πατημασιές μου θέαλλες σηκώννουσιν

Πάστην την επιφάνειαν σου επιπλέω
Τα τζιύμματα σου ποτζιοιμήζουν με
Ειστά άπαντα σου ταξιδεύκουν με

Νανουρίσματα τραγουδούν μου
Τα ανέμια που μαλαχτά φυσούσιν
Τζιαι τα μαλλιά σου χαϊδεύκουσιν

Την καρκιάν σου θωρώ
Μέστην βυχήν σου να θκιανέυκεται
Με το νηλιοφώς να λούζεται

Λέπκια τζιαι φτερύγια δως μου
Ξανά κοπελλούιν σου να γινώ
Που της γης το χας να γλυτώσω.

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2009

Τζιύπρος ένταμπου ένι;

Η Τζιύπρος ένναιν ελληνική
ένναινε ούτε τούρτζιικη
Η Τζιύπρος ένναιν καν τζιυπριακή
έν μια που τα πέρα ξενιτζιή

Ένι άνομη ανατειλοευρωπαία
που γουλεύκει σε πορνεία
Έν μια τζιυραδευκούσα Σριιλανκκέζα
που επαντρεύτειν γέρον χαχα

Έν μιά τριγκλάισσα Βιετναμέζα
που έν μαθαίννει ελληνικά
Έν μια πολιτιτζιά τζιινέζα
που κάμνει πεζοδρόμια

Έν ένας που τα κατεχώμενα αράπης
που ήρτεν να γουλέψει παράνομα ο ακομπώτης
Ένι ένεις του ασύλου αιτητής
που έσιει να πέρνει που τα κοπελλούθκια τούντης γης

Έν ένας μαννός πακιστανός
που να σκοτώσει αλλόθρησκον του έν ο σκοπός
Έν ένας κλεφτούρης ρουμάνος
όπως τζιαι ο βτελλάρης ο πολωνός

Η Τζιύπρος ένναινε ότι ήτον παλιά
τα ανευκάριστα της τα κοπελλούθκια
Ειστά μυλιούνια τα γαιμορούφκια ξενιτζιά
Επουλήσαν ως τζιαι την δικήν της κοκκαλίστρα